Άρθρο της Δρ. Μορφωνιού Χριστίνας, ιστορικού -συγγραφέως-υπεύθυνης Ιδ. Εκπαιδ. Βόλου ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Evripidis

Ο Ευριπίδης γεννήθηκε γύρω στο 485/4 π.Χ. και ανήκει στην γενιά η οποία εκ των αφηγήσεων των γονέων και συγγενών, γνώρισε τα κατορθώματα των Μηδικών πολέμων και της δόξας των Αθηνών.

Ο ποιητής ανδρώθηκε μέσα στο κλέος της Αθήνας του Περικλή. Ωστόσο, η τρομερή «ανάσα» του αδελφοκτόνου Πελοποννησιακού λεγόμενου πολέμου, ήταν κοντά. Ο Ευριπίδης δημιουργεί το ποιητικό του έργο μέσα στο χάος που ακολουθεί τη δόξα. Ζει στο μεταίχμιο των δύο εποχών της αρχαίας Αθήνας. Από την ηγεμονία στην αλαζονεία. Από την αλαζονεία στην απώλεια του μέτρου. Από την ύβρη στην τίσι, στην τιμωρία και στην τελική καταστροφή (404) από τους νικητές Σπαρτιάτες, που ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει.

Όμως, ο οξυδερκής αυτός παρατηρητής, ο πολίτης με την βαθιά αγάπη προς την πόλιν, βλέπει σταδιακά ότι «η πόλις εάλω». Δηλαδή με όχημα τον καταστροφικό πόλεμο, όλο το αθηναϊκό σύστημα αξιών -η πόλις- συνταράχθηκε συθέμελα και σταδιακά κάθε βασική ηθική αξία έπαψε να αποτελεί τον κανόνα. Ο πολίτης μετατράπηκε σε άθυρμα και φερέφωνο των δημαγωγών. Η λοιμική που συντάραξε την Αθήνα το 430 π.Χ. στην αρχή του πολέμου και μεταδόθηκε με γρηγοράδα ανεμικής στο άστυ, στοίχησε στην πόλη όχι μόνο τον Περικλή, αλλά και το ηθικό της μέγεθος. Ήταν λες και ένας άλλος λοιμός, μία λοιμώδης, μεταδοτική ασθένεια της ψυχής λυμαίνονταν την πόλη. Ο τρόπος δράσης των ατόμων οδηγούσε το σύστημα της πόλης και τις ζωές σε αταξία. Μέσα σε αυτήν τη λοιμική, τον λοιμό που κατέστρεφε το εσωτερικό ιστό του αγαπημένου του άστεως, ο Ευριπίδης συνέλαβε την αρχή «μέτρον πάντων άνθρωπος» και αυτήν διετύπωσε στις τραγωδίες του. Είναι αυτός που θα καθιερώσει τον πρόλογο –σε μορφή μονολόγου- για να κατατοπίσει τον θεατή στην προϊστορία του μύθου, είναι όμως και αυτός που ως καινοτομία χρησιμοποιεί το εύρημα του από «μηχανής Θεού» αυτού ή αυτής που εμφανίζεται από ψηλά και δίνει την οριστική λύση στην τραγωδία. Ίσως, γιατί ήταν τέτοιο το δράμα της πόλης που μόνο ο Θεός μπορούσε να του δώσει ένα τέλος.

Ο Ευριπίδης δεν πρόλαβε να δει το αγαπημένο άστυ να νικιέται από τους Σπαρτιάτες. Πέθανε το 406 π.Χ. στην αυλή της Πέλλας καλεσμένος του βασιλιά Αρχέλαου. Στην Αθήνα που ψυχορραγούσε πριν πέσει νικημένη και ταπεινωμένη το 404 π.Χ. (οπότε και λήγει ο Πελοποννησιακός πόλεμος), φτάνει η είδηση του θανάτου του, λίγο πριν τα Μεγάλα Διονύσια. Είναι τότε που ο «δάσκαλος» του, Σοφοκλής, εμφανίστηκε μαυροντυμένος, πενθώντας ίσως πλην του θανάτου του άξιου τέκνου της Αθήνας και την ίδια την Αθήνα. Δύο χρόνια μετά, λέγεται ότι ο θρήνος των νικημένων ανθρώπων της Αθήνας -που είχαν πάψει από καιρό να είναι πολίτες- ακουγόταν σαν  δυνατή βοή μέσα από τα Μακρά Τείχη που ένωναν την Αθήνα με τον Πειραιά. Μια υπόκωφη βοή, σαν το βουητό θυμωμένης θάλασσας που όλο και δυνάμωνε.

Μα ο ποιητής δεν ήταν πια εκεί να εμφανίσει τον «από μηχανής Θεό» και να δώσει τη λύση της τραγωδίας….